Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Cat in the Sewer.


Ο ήλιος ήταν λοξά και πάνω, η μέρα ήταν μια χαρά ανοιξιάτικη, σχεδόν στην τέλεια γραμμή ανάμεσα ζέστη και δροσιά.

Χαζεύοντας τις κρεμαστές τσάντες που φτιάχνουν στα δέντρα οι παπαγάλοι -φωλιές από πευκοβελόνες που κρέμονται από τα πεύκα- περπατούσα στο πάρκο, βελτιώνοντας για ακόμα ένα απομεσήμερο το καρδιαγγειακό μου σύστημα, μη τυχόν και μου γλυστρήσει η ραθυμία στη λίστα με τις ενοχές που συμβιώνω τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Ξαφνικά, ένας μεγάλος κι ευερέθιστος σκύλος άνοιξε τα θυμωμένα του σαγόνια και την ώρα που ετοιμαζόταν να τα κλείσει στη μουσούδα της ασπρόμαυρης κατσικούλας μου άπλωσα το χέρι για να μην μας πάρουν τα αίματα.

Απέτυχα. Μας πήραν τα αίματα. Δηλαδή εμένα, που μπήκα στη μέση. Τα θυμωμένα σαγόνια έκλεισαν στο μπράτσο μου. Μάζεψα βιαστικά την κατσικούλα, την άφησα στο σπίτι και πήγα μέχρι το νοσοκομείο για να μου φροντίσουν την πληγή.

Στην επιστροφή από το νοσοκομείο στάθηκα στο φανάρι της Μεσογείων για να περάσω απέναντι.
Φανάρι της Μεσογείων, μάλιστα. Όλα τα παραπάνω δεν συνέβησαν σε κάποιο εξοχικό τοπίο. Αυτές οι φωλιές των παπαγάλων βρίσκονται λίγο έξω από το κέντρο της Αθήνας. Κι η κατσικούλα είναι το καλόκαρδο σκυλάκι μου. Έτσι ασπρόμαυρο και καλοκάγαθο που είναι, έχει κερδίσει με το σπαθί του τον ‘τίτλο’ της κατσικούλας...

Σταμάτησαν, λοιπόν, τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο Μεσογείων. Το δευτερόλεπτο που μαζί με τα αυτοκίνητα έπαψε κι ο εκκωφαντικός τους θόρυβος, μόλις ακριβώς το δεξί πόδι σηκωνόταν για να ακολουθήσει το αριστερό στην άσφαλτο, το άκουσα!

Απροσδιόριστα απόμακρο, αλλά στεντόριο και σαφές. Ένα νιαούρισμα από τετράποδο νιάνιαρο. Μα στην άκρη της Μεσογείων; Που στην ευχή βρισκόταν; Άλλη μια φορά ήταν αρκετή για να εντοπίσω την προέλευση αυτής της επίμονα απελπισμένης φωνής για φαγητό και σωτηρία.

Πόσο μικρό; αναρωτήθηκα. Για να χωρέσει και να πέσει από τη σχάρα των ομβρίων υδάτων στο πάτο του αγωγού, πολύ μικρό.

Και τώρα;

Άρχισα τα τηλεφωνήματα. Έμαθα ότι τα φρεάτια δεν είναι αρμοδιότητα της πυροσβεστικής. Με παρέπεμψαν λοιπόν στην ΕΥΔΑΠ. Μετά από μερικά τηλεφωνήματα η κατάσταση σταθεροποιήθηκε ως εξής: θα περίμενα πάνω από το κινητό μου τηλέφωνο μέχρι να με καλέσουν οι άνθρωποι της εταιρείας. Μετά τις 11 το βράδυ, που αναλαμβάνει η νυχτερινή βάρδια, θα με ειδοποιούσαν να περιμένω στην εν λόγω σχάρα. Παρηγόρησα για λίγο ακόμη το παγιδευμένο μικροσκοπικό τετράποδο και την αγωνία μου επίσης και επέστρεψα στο σπίτι αφού πέρασα από τις θείες για ενέσεις, αντιτετανικούς και λοιπές φροντίδες για τη θαυματουργή πληγή.

Έφτασε επιτέλους η νύχτα.

Λίγο μετά τις 11 χτύπησε το κινητό. Το άγνωστο νούμερο ήταν από τη νυχτερινή βάρδια της ΕΥΔΑΠ. Αγκαλιά, η ανυπομονησία μου κι εγώ, φτάσαμε σε χρόνο ντετέ πάνω από τη σχάρα της Μεσογείων. Δίπλα, με σφιγμένο χαμόγελο αγωνίας, κρατώντας καλαθάκι γάτου, συμπαραστάτης της περιπέτειας, ο αδελφός μου. Χωρίς καθυστέρηση, κατέφθασαν οι υπάλληλοι της εταιρείας υδάτων, σήκωσαν τη σχάρα, κατέβηκαν στο φρεάτιο και με φαρδιά πλατιά χαμόγελα εναπόθεσαν στην παλάμη μου –δεν χρειαζόταν περισσότερο χώρο- το ταλαιπωρημένο θηριάκι που πριν λίγες ώρες φώναζε, με όση δύναμη του είχε απομείνει, για τη ζωή του.

Κοιμηθήκαμε χτες βράδυ αγκαλιά. Όποτε ξυπνούσα, φοβούμενη μην το πλακώσω, το έβλεπα κολλημένο στο λαιμό μου, σαν κασκόλ με αναπνοή. Αφήσαμε τις ευγνωμοσύνες μας να ανταγωνίζονται και βυθιστήκαμε σε απολαυστικό, γαλήνιο ύπνο.

Για εκείνο είναι όλα πια ξεκάθαρα. Σώθηκε, με αγαπάει και έχει ήδη αγαπημένο παιχνίδι: να μυρίζει, ακουμπάει, τραβάει τις βλεφαρίδες μου. Η δική μου ευγνωμοσύνη είναι διασπασμένη.

Ευχαριστώ βαθιά την ΕΥΔΑΠ. Συγκεκριμένα, την Α’ Νυχτερινή Βάρδια του Τμήματος Αποχετεύσεων, τον κ. Αλβέρτη, που ούτε κατάλαβα από ποια υπηρεσία ενεπλάκη στην υπόθεση, αλλά τα σέβη μου του ανήκουν. Γενικώς, όλους τους εξαιρετικούς αυτούς ανθρώπους, που είναι ανοιχτόκαρδοι και αποφάσισαν νυχτιάτικα, να βοηθήσουν μια παράξενη και τον αδελφό της που έστεκαν πάνω από τη σχάρα της Λεωφ. Μεσογείων. Είναι καταπληκτικοί όλοι τους και τους ευχαριστώ, εκπροσωπώντας κι εμένα, αλλά κυρίως το ανακουφισμένο τριχωτό μουσούδι, που χάρη σ’ εκείνους δεν ανελήφθη εις Κύριον, αλλά κοιμάται ξερό στις μυρωδάτες κουβερτούλες του.

Όμως, πρέπει να ευχαριστήσω και τον τσαντίλα σκύλο. Αν δεν μου είχε χώσει τη δαγκωνιά, δεν θα βρισκόμουν πάνω από τη σχάρα. Δεν θα χρειαζόταν να πάω μέχρι το νοσοκομείο. Άσε που αν εφημέρευε άλλο νοσοκομείο, πάλι δεν θα περνούσα από το συγκεκριμένο σημείο. Γενικώς, άσε...
Μια σειρά από τυχαία περιστατικά, μια συνομωσία της τύχης και μια ακόμη ψυχή σώζεται από σίγουρο και βασανιστικό θάνατο.

Χτες η τύχη γύρισε και χαμογέλασε στη μικρή μας ομάδα. Ένα γατάκι που χωράει στην παλάμη ενός χεριού, μας έδωσε χαρά και ικανοποίηση.

Οι εργαζόμενοι της Α’ Νυχτερινής Βάρδιας, ο προϊστάμενός τους, ο αδελφός μου κι εγώ, ευγνωμονούμε το μικρό τριχωτό θαύμα που μας θύμισε πώς είναι να μετέχεις στην αληθινή ζωή κι ότι υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από τους απλήρωτους λογαριασμούς.



Ευχαριστώ την Ε. για την έμπνευση.
Αφιερωμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: