Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

burning down the house (updated)


Η αρχιτεκτονική στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου αντί για ποδόμακτρο της ματαιοδοξίας του κεφαλαίου είναι ένα θέμα που συνδέεται άμεσα με την εμμονή και μόνιμή μου απορία, δηλαδή με τα ταβάνια και το ύψος τους.

Οι σκεπτικιστές θα έδιναν τα εύσημα σε έναν στοχασμό που θα κατεδείκνυε την Ακρόπολη ως σύμβολο του ιμπεριαλιστικού μεγαλοϊδεατισμού της αρχαίας Αθήνας. Όμως οι αρχιτέκτονες του 5ου π.χ. αιώνα δεν συμμετείχαν απλώς στο χτίσιμο ενός «συστήματος» που θα έδειχνε σε όλους ποιος είναι το αφεντικό. Μέσα στο σηκό του Παρθενώνα βρισκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, πάνοπλης και συνοδευόμενης από τη Μέδουσα, τη Νίκη και από ένα φίδι, που εικάζεται ότι είναι ο Εριχθόνιος –γιος του Ήφαιστου και της Ατθίδας από την οποία πήρε το όνομά της η Αττική.

Ως γνωστόν, στην παρακμιακή εκείνη εποχή, οι συμβολισμοί ήταν ό,τι είχε απομείνει από την μυθιστορία. Για τον μυθικό βασιλιά Εριχθόνιο για παράδειγμα υπάρχουν δυο εκδοχές: η μια ότι ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι και η άλλη ότι γεννήθηκε φίδι και η Αθηνά τον μετέτρεψε σε άνθρωπο.

Όπως και να ‘χει, το φίδι συνδέεται άμεσα με την μετατροπή του Αδάμ από έναν σαχλαμάρα (όρα: «Με το Βήμα του Κάβουρα», υπό Ο. Έκο) που τσιλιμπούρδιζε στην Εδέμ, στον πρωτόπλαστο άνθρωπο, που σηματοδότησε την αρχή του ανθρώπινου γένους και την πορεία του προς την πνευματική φώτιση – μετά βασάνων και κόπων είναι η αλήθεια, αλλά μακρηγορώ. Οι αρχιτέκτονες Ικτίνος και Καλλικράτης, δεν έχτιζαν «απλώς» ένα ναό, αλλά μια πνευματική πηγή, στην οποία έφθανε από την πομπή των Παναθηναίων ο νέος πέπλος της θεάς Αθηνάς. Γύρευε ποιες μυήσεις εξυπηρετούσαν οι ιεροπραξίες αυτών και άλλων γιορτών και μυστηρίων που ξεκινούσαν ή κατέληγαν στους ναούς.

Στον αντίποδα, μπορεί κανείς με ευκολία να «ψαρέψει» έναν αρχιτέκτονα αρκετά μεγαλομανή και ματαιόδοξο ώστε να γίνει κολλητός του Χίτλερ για να κατασκευάσει τη Grosse Halle, τη μεγαλύτερη θολωτή αίθουσα του κόσμου, με ύψος 200 μέτρα και διάμετρο 300, με τον ταπεινό στόχο ο δικός του θόλος να είναι 16 φορές μεγαλύτερος από το θόλο του ναού του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη.

Ιδού λοιπόν, η δύναμη του αρχιτέκτονα εκτείνεται στις παρυφές των θεϊκών δυνάμεων. Όπως ο Δημιουργός έφτιαξε το φυσικό περιβάλλον και -σε ένα αντιδαρβινικό κρεσέντο- τον άνθρωπο, ο αρχιτέκτων φτιάχνει το δομημένο περιβάλλον.

Η αίσθηση της κοινότητας και η ιστορική συνέχεια –που συνδέεται άμεσα με την ταυτότητα ενός λαού- φυσικά και εμπίπτουν στις ανησυχίες των αρχιτεκτόνων, που υπερηφανεύονται ότι συμμετέχουν στην πνευματική δημιουργικότητα, χωρίς την οποία ο άνθρωπος θα ήταν απλώς ένα θηλαστικό, με λαλιά που θα χρησίμευε μόνον για την λεκτική επικοινωνία των χαμηλών του ενστίκτων.

Ο Βιτρούβιος, Ρωμαίος συγγραφέας και αρχιτέκτονας, πίστευε ότι «αρχιτεκτονική είναι η επιστήμη η οποία ανέρχεται εκ άλλων επιστημών, πλαισιωμένη από πλούσια γνώση». Και πως να μην είναι έτσι όταν για το σχεδιασμό ενός κτηρίου ο αρχιτέκτονας οφείλει να λάβει υπόψη του το χρήμα (οικονομία), την καλαισθησία (τέχνη), τους σεισμούς (φυσικές επιστήμες) και την τοποθεσία, άρα και την ιστορία.

Το πεδίο της αρχιτεκτονικής είναι τόσο πολυσχιδές -απολύτως πρακτικό και ταυτόχρονα πνευματικό- ώστε ακόμη και ένας πρώην οδηγός φορτηγού και μποξέρ μπορεί να αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους αρχιτέκτονες του κόσμου. Δεν είναι φανταστική υπόθεση, είναι η περίπτωση του Tadao Ando, που το 1995 βραβεύτηκε με το Pritzker Award.

Η αρχιτεκτονική λοιπόν καλείται να αντιμετωπίσει πολλά από τα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνίας και παρ’ όλα αυτά μια θεωρητικά τουλάχιστον ευνομούμενη κοινωνία σαν την ελληνική, συχνότερα απορρίπτει παρά επιζητά την αρχιτεκτονική «συμβουλή», επιλέγοντας να προχωρήσει στην κατασκευαστική διαδικασία χωρίς τη συμμετοχή της αρχιτεκτονικής, τουλάχιστον στο πνευματικό επίπεδο πέραν του αναγκαίου πρακτικού.

Ποιος αποφασίζει λοιπόν ότι ζούμε στα τετραγωνικά που ζούμε, με όριο καθ’ ύψος τα 2,70; Γιατί απερρίφθησαν τα προπολεμικά ύψη των τρεισήμισι μέτρων; Μπορεί στα υπόσκαφα σπίτια της Σαντορίνης οι κάτοικοι να ζούσαν σε λαγούμια, αλλά εκεί υπήρχαν άλλοι λόγοι, όπως το να μην παρασυρθεί η μισή πλαγιά της Οίας στο κρεβάτι τους. Ποιος αποφασίζει τον συντελεστή δόμησης; δηλαδή για το πόσα δέντρα θα βλέπω απ’ το μπαλκόνι μου και το αν θα διακρίνω ή όχι ποια μάρκα κυλόττας φοράει η κυρία στην απέναντι πολυκατοικία; Η επιλογή του ύψους του ταβανιού, των τετραγωνικών μέτρων στα οποία θα απολαύσω τις ιδιωτικές μου στιγμές, τα πάρκα και οι πλατείες της πόλης που ζω, ο αισθητικός χαρακτήρας του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιώ, το πόσο ταπεινά ή ουτοπικά είναι τα οράματά μου (αν έχω τέτοια), εν τέλει το πόσο συμβατικά «εκπαιδεύομαι» να σκέφτομαι και να ενεργώ επηρεάζεται τόσο πολύ από το δομημένο περιβάλλον, ώστε ακόμη και η δύναμη της τηλεόρασης ωχριά μπροστά στην επικοινωνιακή ισχύ της αρχιτεκτονικής.

Το αν οι πόλεις είναι μήτρες και οι άνθρωποι που κατοικούν σ’ αυτές «μοιάζουν» στην αρχιτεκτονική που τις γεννά ή ανάποδα, είναι ένα ερώτημα. Επικρατέστερη απάντηση είναι αυτή που λέει ότι η αρχιτεκτονική ακολουθεί και εκφράζει την κοινωνία, αλλά υπάρχει πάντα ο αντίλογος, που λέει πως –κατά το «με όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις»- σε όποια πόλη ζεις... τέτοιες πατέντες συμπεριφοράς αποκτάς. Σε τούτη τη δεύτερη περίπτωση, είναι αυτομάτως εξηγήσιμη η έλλειψη συγκρότησης, η αδιαφορία για το περιβάλλον και ο χαοτικός ψυχισμός των συμπατριωτών μου που, όμως, μόλις πατήσουν το πόδι τους σε μια όμορφη πόλη του εξωτερικού μετατρέπονται από τσαμπουκαλεμένους φωνακλάδες που εκτοξεύουν στο δρόμο ό,τι τους περισσεύει, σε ήρεμους και ευγενικούς επισκέπτες που δεν πετούν ούτε την καύτρα απ’ το τσιγάρο τους.

Απ’ την άλλη, η πρώτη περίπτωση εξηγεί την «ταξικότητα» της αρχιτεκτονικής. Οι κατοικίες και τα δημόσια κτήρια αντικατοπτρίζουν την ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας. Εξ ου και οι εργατικές συνοικίες είναι επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπου η «διαφωνία» είναι απαγορευτική. Η φαντασία, η διαφορετικότητα και η δημιουργικότητα δεν συνάδουν με τις απαιτήσεις της... εργοδοσίας. Γι’ αυτό και συνήθως σε τέτοιες γειτονιές οι εμμονοληπτικά μονόχρωμοι τοίχοι λειτουργούν σαν προσκλητήρια της απείθαρχης καλλιτεχνικής έκφρασης των street και graffiti artists.

Αν αντιστρέψουμε τις πόλεις και βάλουμε τους ήρωες της Λιμνούπολης στο σκηνικό της Gotham City και τούμπαλιν, όλο το αφηγηματικό οικοδόμημα θα καταρρεύσει. Μόνον αν ο Μαύρος Πητ έδενε πισθάγκωνα και βίαζε τον Γκαστόνε -εκφράζοντας την συλλογική οργή για την εξωφρενική του κωλοφαρδία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του- θα μπορούσε να σταθεί ένα νέο σουρεαλιστικό επεισόδιο της new order στην πόλη των πάπιων.

Εφόσον η αρχιτεκτονική διέπεται από την πνοή της πνευματικής δημιουργίας, οφείλει να αντισταθεί στις εξουσιαστικές εντολές. Έτσι θα συμμετάσχει αποφασιστικά στη διαμόρφωση της κοινωνίας, φρενάροντας την ανώριμη και εγωπαθή ανάγκη όσων την πληρώνουν για να είναι κατά βάση μνημειακή.

Ο αρχιτέκτονας Νίκος Μιτζάλης αναφέρθηκε πριν λίγο καιρό σε άρθρο του στον Aaron Betsky, Δ/ντή του Netherlands Architecture Institute, μεταφέροντας την -αν μη τι άλλο γοητευτική- άποψή του για την ουσία της αρχιτεκτονικής, που «δεν είναι το κατασκευάζειν. Είναι κάτι άλλο: είναι η ικανότητα να καταλαβαίνεις το αναγκαίο και το περιττό, αυτό που έχει ουσία και αισθησιασμό, είναι ο τρόπος τού να σκέφτεσαι, να κατανοείς και να συνομιλείς με τα κτήρια, να θέτεις ερωτήματα, να αναδεικνύεις προβλήματα και δια μέσου αυτής της σχέσης να συνομιλείς με τον ευρύτερο αστικό χώρο και τους υποδοχείς του, αυτούς που του δίνουν νόημα: τους ανθρώπους».