Τετάρτη, 9 Μαΐου 2007

Lifo Lover




Πάντα μου άρεσαν τα περιοδικά.

Μέχρι να μετακομίσουμε στο τελευταίο ιδιόκτητο οικογενειακό σπίτι, είχα όλα τα τεύχη όλων των περιοδικών που διάβαζα, πολλά εκ των οποίων του αδελφού μου και φίλων. Αστερίξ, Μίκυ Μάους, 4Τροχούς, Πρόσωπα, ΚΛΙΚ, οδός Πανός και πολλά ξένα, όπως το Rolling Stone ή το Interview. Φευ! Τα περισσότερα από αυτά δεν γλίτωσαν από τις καθαρίστριες που έφερε στη μετακόμιση η μαμά.

Στην ταινία The Big Chill του 1983, ο Jeff Goldblum, έπαιζε το ρόλο ενός δημοσιογράφου του περιοδικού People. Όταν τον ρώτησαν τι γράφει, εκείνος απάντησε ότι η σημαντικότερη οδηγία που του είχαν δώσει, ήταν τα κείμενά του να είναι έτσι γραμμένα ώστε το διάβασμά τους να διαρκεί όσο ένα χέσιμο. Πάντα μπροστά αυτοί οι αμερικανοί.

Το αγαπημένο μου έντυπο είναι η Lifo. Ή μάλλον είναι το μόνο που αντέχω να διαβάσω. Για την κατάσταση του τύπου στην Ελλάδα, την βρίσκω σχεδόν εξωτική.

Οι εφημερίδες δεν διαβάζονται εδώ και χρόνια, όπου να ‘ναι θα καταφέρω να τις κόψω και ως μια απλώς ευρωβόρα αλλά και χρονοβόρα (μαζοχιστική) συνήθεια.

Το άλλο φρη πέιπερ, ονόματι Pasok Voice, είναι χαμένο στο βολεμένο κόσμο του και βρίθει από πρώην συμπαθητικούς πολλά υποσχόμενους συντάκτες. Βλέπε Μ. Ζουμπουλάκη, η οποία αφού προσπάθησε να γίνει συγγραφέας, εμφανίζεται στις πρώτες σελίδες του εντύπου, να γράφει κείμενα που είναι τόσο βαρετά ώστε καταλαβαίνεις πως είναι πληρωμένα, που σημαίνει ότι αν δεν είναι (πληρωμένα) είναι απλώς κακογραμμένα.

Στα περιοδικά τα πράγματα είναι πολύ απλά. Οι περισσότεροι από αυτούς που γράφουν, δεν μπορούν να ζήσουν μόνον από αυτό, οπότε, όντας αναγκασμένοι να κάνουν δυο και τρεις δουλειές, γράφουν περίπου όπως κάνει σεξ μια εργαζόμενη μητέρα με παιδιά και ανατολίτη σύζυγο. Ή, απασχολούνται σε περισσότερα του ενός περιοδικά του ιδίου ομίλου, παράγοντας κείμενα περίπου όπως οι κοπτοραπτούδες κόβουν υφάσματα σε κάτι οίκους μόδας τρίτης διαλογής που πωλούν ρούχα αντίστοιχης ποιότητας.

Είδα και το νέο site της Lifo, γαμάτο, μπράβο.

Μια και αύριο περιμένουμε το νέο τεύχος, είπα να καταπιαστώ με το προηγούμενο. Στη σελίδα 10, διαβάσαμε μια συνέντευξη της κας Κάτιας Δημοπούλου.

Δεν έχει σημασία το ότι δεν την ξέρουμε. Γι’ αυτό είναι η Lifo εδώ, για να μαθαίνουμε για σημαντικούς ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε. Γι’ αυτό άλλωστε τη θεωρούμε και εναλλακτικό έντυπο. Τη Lifo όχι την κα Δημοπούλου.

Μάθαμε λοιπόν ότι η κα. Δημοπούλου έχει αυτές τις μέρες ένα γραφείο στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ, μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά απ’ το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός είναι αυτό και στην περιοχή που θα χαρακτηρίζαμε σκληρό πυρήνα του Κολωνακίου.

Μάθαμε επίσης ότι το χαμόγελό της αστράφτει και ότι δεν ένοιωθε ποτέ ωραία. Το πιθανότερο είναι ότι μόνον η κα Δημοπούλου δεν γνωρίζει αυτό που ξέρουμε καλά όλοι. Ότι μια γυναίκα που δεν νοιώθει ωραία δεν το λέει ποτέ. Αντιθέτως, όλες όσες νοιώθουν ωραίες θα δηλώσουν με σθένος ότι όχι, δεν ένιωσαν ποτέ πως είναι ωραίες. Οι έξυπνες εξαιρούνται.

Άλλη πολύτιμη πληροφορία που πλούτισε τις γνώσεις μας είναι ότι στο γραφείο της δεν υπάρχουν απλά γυάλινα ή κεραμικά τασάκια όπως σε κάθε απλό ελληνικό γραφείο, αλλά μόνον ασημένια, τα οποία οοοοοχι δεν είναι διακοσμητικά, αφού η ίδια η κα. Δημοπούλου σβήνει ένα τσιγάρο σε ένα από αυτά κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. (Με θεατρικότητα υποθέτω, όπως όταν βγάζει το παλτό της σαν ταυρομάχος, όταν διατάζει την υπηρέτρια να πάρει τη σκόνη κι απ’ τη γωνία στην τραπεζαρία ή όταν πιάνεται το τακούνι των Manolo Blanhik της στο πεζοδρόμιο της Πατριάρχου Ιωακείμ).

Στη συνέχεια της συνέντευξης έρχεται η μεγάλη ανατροπή, καθώς αποκαλύπτεται ότι η κα. Δημοπούλου πήγε στην Πάντειο, μάλλον για καφέ, γιατί είχε τότε κι ωραία τεκνά. Αντί όμως να πάρει ήσυχα-ήσυχα το πτυχίο της ή τέλος πάντων να πάρει τον Σταμάτη Κραουνάκη και να βγάλουν μαζί δίσκο, εκείνη παντρεύτηκε και πήγε κι εξορίστηκε στην Γενεύη. Τέτοια ζόρια δεν τ’ αντέχει ούτε Θεός ούτε Διάβολος.

Επειδή όμως εκεί βαριόταν πολύ, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, άσε που στα ελβετικά περιοδικά δεν σε κάνουν διευθύντρια άμα δεν έχεις κάτσει ήσυχα να πάρεις το πτυχίο σου στην Πάντειο, είδε κι απόειδε και γύρισε στο χωριό της.

Εννοεί την Αθήνα, καθώς όπως μας λέει είναι μια μικρή επαρχιώτισσα. Βέβαια, για να μην γίνουν παρεξηγήσεις κι αρχίσουν οι φιλικές χαιρετούρες με τους λαϊκούς κολωνακιώτες, φωτογραφήθηκε για τη συνέντευξη με ένα σάκο Burberrys, σχεδιασμένο μάλλον από τον Christopher Bailey.

Να μη σας τα πολυλογώ, η συνέντευξη κυλά σε τέτοιους συναρπαστικούς ρυθμούς, ενώ η κα. Δέσποινα Τριβόλη που (μάλλον) πήρε τη συνέντευξη φαίνεται να επηρεάστηκε βαθιά από την πένα της κας. Δημοπούλου.

Φήμες λένε ότι τα κείμενα της κας Δημοπούλου «για γυναίκες που κολυμπούσαν και το σώμα τους έσκιζε τη θάλασσα, για μια ολόγυμνη γυναίκα που περπατούσε απελπισμένη στη μέση της Κηφησίας» εκτός του ότι ξεχώριζαν αμέσως, (είναι ν' απορείς;) την έφεραν πολύ κοντά στο βραβείο Πούλιτζερ, αλλά όπως γίνεται συνήθως, σκοτεινά συμφέροντα έσκαψαν το λάκκο της επικείμενης υποψηφιότητας κι έτσι δεν πήρε το έθνος μας τέτοια χαρά και χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι το Euro.

Μετά και από αυτή την συνέντευξη θα ήθελα να προτείνω στον κ. Τσαγκαρουσιάνο, να εγκαινιάσει μια νέα στήλη στη Lifo, με τίτλο «Γνωστοί & Φίλοι με Εξαψήφιο Εισόδημα», καθότι εναλλακτικό σημαίνει και τολμηρό και όσο να πεις πιο ειλικρινές.

Επίσης να δηλώσω τη βαθιά μου ικανοποίηση διότι η Lifo είναι το μόνο έντυπο που φιλοξενεί bloggers. Τέλος θέλω να ευχαριστήσω τους : Δέσποινα Τριβόλη (δεν πειράζει-μια συνέντευξη ήταν, θα την ξεχάσουμε), M. Hulot (είσαι ο μουσικός μου αφέντης), Τίνα Δασκαλαντωνάκη (dont ever change the way you write), Ειρήνη Χειρδάρη (Nem Vem Que Nao Tem), άντε και το Νίκο Τσεπέτη.

Φιλιά!!