Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Μια νύχτα στην Αθήνα


Στο κλάσμα του δευτερολέπτου που το πρώτο χειροκρότημα τάραξε τις αρμονικές κυματομορφές του συμπαντικού κραδασμού, που διέλυσε για μία ώρα το νέφος πάνω από το Μέγαρο Μουσικής, η Λίτσα έψαξε για τελευταία φορά το βλέμμα της Κικής Δημουλά, έστειλε νοερά τα σέβη της στην ποιήτρια και ισορροπώντας αριστοτεχνικά στα δεκάποντα Φεραγκάμο της, τσακίστηκε να βγει στην οδό Κόκκαλη.

Παράχωσε ένα πενηντάρικο στον μπάτσο που της φύλαγε το αμάξι – θρασύτατα παρκαρισμένο σχεδόν στη μούρη του Μεγάρου – τον ευχαρίστησε για την πρόσκληση στα μπουζούκια και έφυγε σφαίρα για τη Βουλιαγμένης. Ευτυχώς που η συναυλία των Bajofondo ήταν αυτή τη φορά στο Fuzz, γιατί την προηγούμενη φορά που έπρεπε να τρέχει στη Λιοσίων τα είχε δει όλα απ’ την κίνηση.

Της την έσπαγε που δεν θα τους απολάμβανε μέχρι τέλους, αλλά δεν θ’ άφηνε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια να της χαλάσει τη διάθεση. Πριν προλάβεις να πεις ντεκαπάζ, απολάμβανε τους ήχους του nu tango στ’ αυτιά της.

Όση ώρα βρισκόταν καθισμένη στην θέση της, στην αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου και τώρα όρθια μέσα στο μαγαζί με τον κακό ήχο, κατάφερε να μην αισθάνεται τόσο freak όσο νοιώθει τις περισσότερες ώρες της μέρας.

Βλέπεις η Λίτσα μεγάλωσε στην επαρχία και παρ’ όλο το ότι από νωρίς ήξερε ότι θέλει να γίνει κομμώτρια, τα συγχωριανάκια και οι γονείς τους αδυνατούσαν να την αποδεχτούν. Ο ενθουσιασμός της για την οικειοποίηση της νιτσεϊκής πρότασης από τον Ντεριντά, τους δημιουργούσε μια αμηχανία, που γινόταν εντονότερη όταν στις εθνικές γιορτές η Λίτσα τσακωνόταν με τους δασκάλους απορώντας για την παντελή έλλειψη αναφοράς του Άρη Βελουχιώτη στα βιβλία της ιστορίας. Το κακό είναι ότι την ίδια αμηχανία – και χειρότερη – ένοιωθε και ο μπαμπάς της.

Επιβιώνοντας τα πρώτα 19 χρόνια της ζωής της χάρη στη σθεναρή υποστήριξη της μάνας, η Λίτσα τα μάζεψε ένα βράδυ του ’95, που έπαιζε ο Ολυμπιακός στην Ευρώπη οπότε ο μπαμπάς ξέχναγε για αρκετές ώρες την ύπαρξή της και ήρθε στην Αθήνα.

Τώρα όμως έπρεπε να τρέξει στη δουλειά. Με τη χάρη έμπειρης tangueras την έκανε από το κλαμπ, μπήκε στο smart και έβαλε πλώρη για τη δουλειά. Στο Φάληρο, πάρκαρε έξω από το κλειστό του tae kwon do.

Τα επιδέξια δάχτυλά της περιποιήθηκαν χιλιάδες τρίχες, σε τρελούς ρυθμούς. Ο Πέρι την είχε καλύψει για όση ώρα είχε καθυστερήσει και ήθελε να τον βγάλει ασπροπρόσωπο. Άλλωστε χρησιμοποιούσε πάντα τα καλύτερα προϊόντα. Λακ, κερί, χτένες και ψαλίδια, αφρός και βούρτσες, της κόστιζαν ένα σωρό ευρώ. Λίγο την ένοιαζε. Θα το έκανε ακόμη κι αν η πελατεία δεν της τα ξεπλήρωνε με το παραπάνω.

Η φωνή του Μιχάλη Χατζηγιάννη έφτανε μέχρι τα παρασκήνια. Καθώς η Λίτσα ξέπλενε τα μακριά της δάχτυλα από τα τζελ και τις λακ, τον άκουγε να ξεστομίσει τις μεγάλες αλήθειες, από το βίντεο που είχε γυρίσει πριν φύγει για τη Γερμανία. Για το καλό της μουσικής τέχνης, έλεγε, πρέπει να αγοράζουμε όλοι τα αυθεντικά προϊόντα.

«Είναι αλήθεια ότι το καλό ring tone είναι ύψιστη τέχνη. Είναι σίγουρο ότι και ο Μπετόβεν αλλά και ο Βαμβακάρης θα διαπραγματεύονταν μέχρι τελικής πτώσεως με τη Vodafone και την Cosmote για τα δικαιώματα της Τέχνης τους αν ζούσαν σήμερα».

Η Λίτσα τινάχτηκε και κοίταξε τρομαγμένη γύρω της.

Χαλάρωσε μόνον μετά από αρκετά δευτερόλεπτα όταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχε ξεστομίσει αυτή την τελευταία πρόταση, αλλά ήταν απλώς οι σκέψεις της...