Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Jan Fabre - Orgy of Tolerance


Όταν ακούω εκφράσεις όπως «μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης τέχνης» νιώθω ένα αστραπιαίο τσίμπημα στο στομάχι. Σπανιότερα, όταν δηλαδή έχω κάνει την αποκοτιά να παρακολουθήσω την τέχνη τέτοιων προσωπικοτήτων, ψωνίζω κι έναν πονοκέφαλο, που συνήθως πηγάζει από τα νεύρα και την τσαντίλα ότι για ακόμη μια φορά εμπιστεύτηκα την αναζήτησή μου στη μεγάλη τέχνη και έφαγα στη μάπα απογοήτευση και πλήξη... Άλλωστε, αφού η ιδιοτέλεια των ποιητών έχει καταγραφεί από σημαντικούς ανθρώπους -το έργο των οποίων τούς έχει τοποθετήσει σε θρόνους που ο χρόνος έχει διατηρήσει άθραυστους- εγώ μπορώ αυθαίρετα να συμπεράνω ότι η ίδια και χειρότερη ιδιοτέλεια μπορεί να κοσμεί το χαρακτήρα όποιου καλλιτέχνη θέλω. Έτσι, όταν η φίλη μου η Μ μού πρότεινε να διαβώ τις πόρτες του «Παλλάς» για να παρακολουθήσω το «Όργιο της Ανεκτικότητας» του Jan Fabre, ανταποκρίθηκα έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού την άνοστη γεύση του χαμένου χρόνου.


Αυτό που έχω να πω τώρα, είναι πως ο τύπος κατ’ αρχήν είναι όντως καλλιτέχνης. Στη συνέχεια, σας παροτρύνω να πάτε στο «Όργιο» για να διαπιστώσετε τις στοιχειώδεις δόσεις χιούμορ, ασέβειας, οργής, σκότους και ειρωνείας που χρειάζεται για να δημιουργήσεις μια «περφόρμανς» της προκοπής. Η μαλακία ως ολυμπιακό άθλημα, όπως και η ψυχωσική παρακμή της σεξουαλικότητας είναι ιδέες που ο
Fabre ψάρεψε από το συλλογικό ασυνείδητο ολόκληρου του πλανήτη κι αυτό από μόνο του τον κάνει έναν εξαιρετικά γκλομπάλ άνθρωπο. Το γεγονός ότι το φιλότεχνο κοινό γελούσε ακριβώς όταν ο δημιουργός της παράστασης ενορχήστρωνε μια λαμπερή κορύφωση, χρησιμοποιώντας τον κτηνώδη κυνισμό ως αιχμή του λόγου του, αποδεικνύει περίτρανα πόσο διάνα έχει πέσει. Οι προκλήσεις του, όσο ωμές κι αν είναι δεν πιάνουν μια μπροστά στην πραγματικότητα. Πολλοί απ’ όσους παρευρέθησαν, σελέμπριτις και μη –αφού είδαν τον εαυτό τους επί σκηνής και δεν το διανοούνται καν- χειροκρότησαν και αποχώρησαν για να πνίξουν τους βαθείς προβληματισμούς που τους προξένησε η τέχνη σε ένα κοκτέιλ και ένα μίντιουμ ρέαρ τι-μπόν στέικ στο αγαπημένο τους εστιατόριο.
Η τέχνη –είναι διαπιστωμένο πια- δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί μονάχα να κάνει τη ζωή λιγότερο ανυπόφορη
.