Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Douneika Uber Alles

Σήμερα τα ξημερώματα, δυο θαρραλέοι Πακιστανοί κι ένα πρεζόνι, με φυγάδευσαν σε μια χαμοκέλα στο κέντρο της Αθήνας. Απ’ ότι μου είπαν, με εντόπισαν απ’ τις φωνές. Απάγγειλα παράφωνα Ρεμπώ μπροστά απ’ το Δημαρχείο, στη πλατεία Κοτζιά, ενώ μια ημίγυμνη κοντόχοντρη γυναίκα με χρυσή κυλότα, με είχε δεμένη μ' ένα λουρί κι ένας εκπαιδευμένος μπαμπουίνος μου έβαφε τα νύχια μπλε.

Με απελευθέρωσαν παλεύοντας γενναία με τη νάνα και τη μαϊμού. Αφού με συνέφεραν, τους εξήγησα ότι είχα πέσει θύμα απαγωγής. Μόλις τους είπα ότι είμαι η Βίβιαν Γιαδικιάρογλου, ο Σ., που εκτός από πρεζόνι είναι και απόφοιτος της Οξφόρδης, με έσφιξε στην αγκαλιά του, συγκινημένος που με γνώριζε επιτέλους από κοντά (και δακρυσμένος για την επιλογή των στίχων του Ρεμπώ) και άρχισε να μου διηγείται τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων.

Ομολογώ ότι απόρησα με τα νέα για τον Γιόζεφ Φριτσλ από την Αυστρία. (Τίποτα δεν διδάσκονται αυτοί οι λαοί από τη χώρα μας...) Ο Σ. μου εξήγησε ότι από ψυχιατρικής απόψεως, η περίπτωσή του είναι κλασική περίπτωση «ανδρικού ναρκισσισμού». Όταν του εξήγησα ότι ο ναρκισσισμός είναι ένα γυναικείο χαρακτηριστικό και ότι οι άνδρες δεν είναι ποτέ νάρκισσοι, απλώς έχουν πολύ αυτοπεποίθηση και σπανιότερα μια ανάγκη για εξουσία, αποφάσισε να κόψει τα ναρκωτικά και να ξαναγυρίσει στα θρανία του Καίμπριτζ, αφού στην Οξφόρδη μάλλον μόνον μαλακίες του είχαν διδάξει.

Πάντως καταλήξαμε ότι και από την περίπτωση του Φριτσλ, αποδεικνύεται το μεγαλείο της χώρας μας. Αν ο δυστυχής Αυστριακός ζούσε στην Ελλάδα, θα μπορούσε ανενόχλητος να γαμεί την κόρη του και ενίοτε να την προσφέρει και σε κανα κολλητό, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι Έλληνες, χωρίς να χρειάζεται να την κρύβει. Ούτε έξοδα για διαμερίσματα στα υπόγεια, ούτε αρρώστιες και νοσοκομεία, τίποτα. Οι γείτονες δε θα έλεγαν κουβέντα σε κανέναν. Το δράμα του κοριτσιού θα το ήξεραν όλοι, ακόμη κι η ίδια του η μάνα, αλλά κανένας δεν θα τον κατέδιδε στις αρχές. Το πολύ – πολύ, αν τον εκνεύριζε, η κόρη ή κάποιο απ’ τα εγγόνια-παιδιά και τα σάπιζε στο ξύλο, να κατέληγαν σε κανένα νοσοκομείο, απ’ όπου θα έφευγαν με τις γνωστές δικαιολογίες.

Αν πάλι της τη βάραγε της κόρης και αποφάσιζε να καταγγείλει την κακοποίησή της στη μάνα ή σε καμιά αστυνομία, το πιθανότερο είναι ότι θα το μετάνιωνε πικρά. Η μάνα θα την έβγαζε τρελή και μπορεί να την πέταγε στο δρόμο, προς μεγάλη απογοήτευση του τρυφερού πατέρα, που θα αναγκαζόταν να βατεύει τίποτα άγνωστες περαστικές.

Στην αστυνομία πάλι, δυο είναι τα ενδεχόμενα. Ή θα της έλεγαν ότι «τι να κάνουμε κυρία μου, συμβαίνουν αυτά» ή θα την έστελναν στα δικαστήρια, όπου μάλλον δεν θα κατάφερνε και σπουδαία πράγματα. Θα ξαναζούσε τους βιασμούς, έναν προς έναν, θα έπρεπε να τα βάλει με τη μακριά λίστα των μαρτύρων υπεράσπισης που θα επιβεβαίωναν τον πρόεδρο του δικαστηρίου για το ηθικό ανάστημα του πατρός και στο τέλος θα της έλεγαν ότι τα ‘θελε κι από πάνω.

Αυτή η ανοχή για τις ιδιαιτερότητες του διπλανού μας, που μας χαρακτηρίζει σα λαό είναι που μας γλυτώνει από τέτοια διεθνή ρεζιλίκια. Ενώ τα κορόιδα οι Αυστριακοί, που σπεύδουν να επεμβαίνουν γρήγορα και αποτελεσματικά υπέρ των θυμάτων, οδηγούν τους βιαστές σε πράξεις σαν αυτή του Φριτσλ τώρα ή του Βόλφγκανγκ Πρίκοπιλ πριν δυο χρόνια. Οπότε αφού δεν μπορούν να βιάσουν ελεύθερα, στο σπίτι ή στη γύρα, χώνουν τα κορίτσια στις υπόγες.

Κάποιος πρέπει να εξηγήσει στους αδαής ξένους ότι κάτι ξέρουμε εμείς που αφήνουμε το έγκλημα ανέγγιχτο στις γειτονιές της χώρας.
(Οι απαγωγές των blogers εξαιρούνται και οι υπαίτιοι θα πληρώσουν!)